
Περιληπτική απόδοση του μύθου :
Στο δάσος ζούσε μία χελώνα με τον καλό της φίλο τον λαγό. Ο λαγός όμως συνέχεια υπερηφανευόταν για την γρηγοράδα του και κορόιδευε την χελώνα επειδή από την φύση της δεν μπορούσε να τρέξει γρήγορα όπως εκείνος. Η χελώνα όμως ντρεπόταν πάρα πολύ για αυτά που της έλεγε ο
λαγός. Ο λαγός καυχιόταν ότι τρέχει σαν τον άνεμο και ότι είναι το πιο γρήγορο ζώο του κόσμου. Μία μέρα αφού ο λαγός άρχισε πάλι να καυχιέται , η χελώνα τον προκάλεσε σε αγώνα δρόμο για να δουν ποιος είναι πιο γρήγορος. Ο λαγός όταν το άκουσε αυτό έσκασε στα γέλια και αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατόν να θέλει η χελώνα να τρέξει μαζί του. Τελικά, αποφάσισαν να τρέξουν από το δίπλα δέντρο μέχρι το ποταμάκι του δάσους, στάθηκαν λοιπόν και οι δύο δίπλα στον κορμό και φώναξαν μαζί «ένα, δύο, τρία». Ξεκίνησε όμως μόνο η χελώνα, ο λαγός υποτιμώντας την χελώνα δεν ξεκίνησε και έκατσε στον ίσκιο κάτω από το δέντρο. Η χελώνα έτρεχε με όση δύναμη είχε και όση ώρα εκείνη προσπαθούσε να τρέξει γρήγορα τον λαγό τον πήρε ο ύπνος. Ξαφνικά ξυπνάει και τι να δει, η χελώνα είχε μόνο δύο βήματα για να φτάσει στο ποταμάκι. Άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη, αλλά μάταια, η χελώνα είχε φτάσει ήδη. Τότε η χελώνα είπε θριαμβευτικά στον λαγό «είδες λαγέ, πόσο πιο γρήγορη από εσένα είμαι». Ο λαγός δεν είπε τίποτα. Από τότε ο λαγός δεν ξανά υπερηφανεύτηκε ποτέ ξανά.


