Περιληπτική  απόδοση  του  μύθου :

Ήταν ένας γεωργός ο οποίος είχε τέσσερις γιους. Ο γεωργός αυτός ήταν πολύ εργατικός και περιποιόταν τα κτήματά του, σε αντίθεση με τους γιους του οι οποίοι ήταν τεμπέληδες και δεν ολοκλήρωναν καμία δουλειά. Ο γεωργός ήταν πολύ στεναχωρημένος για την κατάσταση αυτή και ανησυχούσε για το μέλλον των γιών του. Τους συμβούλευε να δουλεύουν γιατί όταν εκείνος θα πέθαινε θα κατέληγαν ζητιάνοι. Οι συμβουλές του όμως πήγαιναν χαμένες.

 Περιληπτική απόδοση  του  μύθου :

Ένας  βοσκός  έπαιρνε  κάθε  βράδυ  τα  πρόβατα  τα  δικά  του  και  κάποια  πρόβατα  των συγχωριανών του και τα πήγαινε να βοσκίσουν στο βουνό, όπου υπάρχει πολύ τροφή για τα πρόβατα.  Η  δουλειά  του  βοσκού  ήταν  όμως  το  βράδυ,  την  ώρα  δηλαδή  που  οι  άλλοι συγχωριανοί του κοιμόντουσαν και εκείνος ζήλευε που δεν μπορούσε να απολαύσει τον νυχτερινό ήσυχο ύπνο αλλά παρά μόνο να κοιμηθεί το πρωί που υπήρχε θόρυβος. Μια μέρα η ζήλεια του αυτή τον οδήγησε στην σκέψη ότι θα έπρεπε να ξυπνήσει όλους τους συγχωριανούς του. Έτσι, καθώς βρισκόταν στο βουνό και βοσκούσε τα πρόβατα άρχισε να φωνάζει «λύκοι»,

 Περιληπτική απόδοση  του  μύθου :

Στο δάσος ζούσε μία χελώνα με τον καλό της φίλο τον λαγό. Ο λαγός όμως συνέχεια υπερηφανευόταν για την γρηγοράδα του και κορόιδευε την χελώνα επειδή από την φύση της δεν μπορούσε να τρέξει γρήγορα όπως εκείνος. Η χελώνα όμως ντρεπόταν πάρα πολύ για αυτά που της έλεγε ο