Περιληπτική απόδοση:

Ένα λιοντάρι αφού είχε φάει πάρα πολύ αποκοιμήθηκε και ονειρευόταν. Ξαφνικά το λιοντάρι ενώ κοιμόταν νιώθει κάτι να περπατάει επάνω του. Άνοιξε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι αυτό που τον γαργαλούσε ήταν ένας ποντικός. Τότε το λιοντάρι νευρίασε πάρα πολύ με τον ποντικό

 Περιληπτική απόδοση  του  μύθου :

 Μια βροχερή μέρα βράχηκαν τα σπυριά από σιτάρι που είχαν μαζέψει τα μερμήγκια το καλοκαίρι. Την επόμενη εβδομάδα που είχε καλό καιρό τα μερμήγκια πήραν τα σπυριά του σιταριού και τα έβγαλαν έξω από τις μυρμηγκοφωλιές για να στεγνώσουν ώστε να έχουν να τρώνε μέχρι να έρθει πάλι το καλοκαίρι για να μαζέψουν . Στην κουφάλα ενός δέντρου όμως, είχε κρυφτεί ένας τζίτζικας μέχρι να περάσουν οι βροχές, αλλά όταν βγήκε ο ήλιος βγήκε να λιαστεί και να μαζέψει φύλλα για να φάει. Διαπίστωσε όμως ότι όλα τα δέντρα ήταν γυμνά από φύλλα και έτσι έμεινε νηστικός πάνω σε ένα κλαδί. Αργότερα είδε τα μερμήγκια να απλώνουν το σιτάρι τους και τα πλησίασε λέγοντάς τους ότι θα ήθελε να του δώσουν λίγα σπυριά από στάρι να φάει γιατί πέθαινε της πείνας. Τότε, ένα μερμήγκι

Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου πχ και πέθανε στα  564 πχ. Ήταν μαύρος κι άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος – βοσκός. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον  βοηθήσει  και  έτσι  ο  επιστάτης  για  να  τον  εκδικηθεί  τον  κατηγόρησε  στο αφεντικό, που τον πήγε στην αγορά της Εφέσου για να τον πουλήσει.