Περιληπτική απόδοση του μύθου :
Μια βροχερή μέρα βράχηκαν τα σπυριά από σιτάρι που είχαν μαζέψει τα μερμήγκια το καλοκαίρι. Την επόμενη εβδομάδα που είχε καλό καιρό τα μερμήγκια πήραν τα σπυριά του σιταριού και τα έβγαλαν έξω από τις μυρμηγκοφωλιές για να στεγνώσουν ώστε να έχουν να τρώνε μέχρι να έρθει πάλι το καλοκαίρι για να μαζέψουν . Στην κουφάλα ενός δέντρου όμως, είχε κρυφτεί ένας τζίτζικας μέχρι να περάσουν οι βροχές, αλλά όταν βγήκε ο ήλιος βγήκε να λιαστεί και να μαζέψει φύλλα για να φάει. Διαπίστωσε όμως ότι όλα τα δέντρα ήταν γυμνά από φύλλα και έτσι έμεινε νηστικός πάνω σε ένα κλαδί. Αργότερα είδε τα μερμήγκια να απλώνουν το σιτάρι τους και τα πλησίασε λέγοντάς τους ότι θα ήθελε να του δώσουν λίγα σπυριά από στάρι να φάει γιατί πέθαινε της πείνας. Τότε, ένα μερμήγκι