Περιληπτική απόδοση  του  μύθου :

Ένας  βοσκός  έπαιρνε  κάθε  βράδυ  τα  πρόβατα  τα  δικά  του  και  κάποια  πρόβατα  των συγχωριανών του και τα πήγαινε να βοσκίσουν στο βουνό, όπου υπάρχει πολύ τροφή για τα πρόβατα.  Η  δουλειά  του  βοσκού  ήταν  όμως  το  βράδυ,  την  ώρα  δηλαδή  που  οι  άλλοι συγχωριανοί του κοιμόντουσαν και εκείνος ζήλευε που δεν μπορούσε να απολαύσει τον νυχτερινό ήσυχο ύπνο αλλά παρά μόνο να κοιμηθεί το πρωί που υπήρχε θόρυβος. Μια μέρα η ζήλεια του αυτή τον οδήγησε στην σκέψη ότι θα έπρεπε να ξυπνήσει όλους τους συγχωριανούς του. Έτσι, καθώς βρισκόταν στο βουνό και βοσκούσε τα πρόβατα άρχισε να φωνάζει «λύκοι»,

«λύκοι»! Τον άκουσαν οι συγχωριανού του , ξύπνησαν και τρομαγμένοι έτρεξαν στο βουνό για να τον βοηθήσου. Φτάνοντας εκεί, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανένας λύκος και έτσι ρώτησαν τον βοσκό που ήταν οι λύκοι. Εκείνος τους απάντησε ότι οι λύκοι έφυγαν εξαιτίας των φωνών του. Τότε οι άνθρωποι του είπαν ότι θα μείνουν μαζί του όλο το βράδυ για να προσέχουν και εκείνοι τα πρόβατα. Ο βοσκός ήταν πολύ ευχαριστημένος με αυτό του το παιχνίδι και έτσι μετά από λίγες μέρες το επανέλαβε. Έγινε το ίδιο φτάνοντας οι χωρικοί στο βουνό δεν είδαν κανέναν λύκο. Ένα βράδυ όμως παρουσιάστηκαν πραγματικοί λύκοι. Τότε ο βοσκός έβαλε τις φωνές

«λύκοι», «λύκοι» αλλά κανένας συγχωριανός του δεν εμφανίστηκε καθώς είχαν υποψιαστεί ότι τους έλεγε ψέματα. Οι λύκοι σκότωσαν μερικά από τα πρόβατα και οι χωρικοί πρόσεξαν το γεγονός αυτό. Τότε ρώτησαν τον βοσκό τι απέγιναν, εκείνος τους απάντησε ότι φώναξε «λύκοι» αλλά  κανένας  από  το  χωριό  δεν  πήγε  στο  βουνό  να  τον  βοηθήσει.  Τότε  οι  χωρικοί  του απάντησαν  ότι  είχε  πει  ψέματα  τις  προηγούμενες  φορές  για  αυτό  αυτή  τη  φορά  δεν  τον πίστεψαν